Η ανθρωπιστική βοήθεια στα τέλη του 20 αιώνα

Υποψιάζομαι πως οι ιστορικοί του μέλλοντος, όταν θα εγκύψουν στην εποχή μας, θα αξιολογήσουν πολλά πράγματα με διαφορετικό τρόπο. Κι έχω την εντύπωση ότι η ύπαρξη των ανθρωπιστικών οργανώσεων θα αναδειχθεί ως το κορυφαίο ηθικό επίτευγμα των χρόνων μας.

Κάθε φορά που γίνεται η γνωστή συζήτηση για το αν η ανθρωπότητα, εκτός από την επιστημονική και τεχνολογική, έχει σημειώσει και ηθική πρόοδο – σκέπτομαι τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα, τη Διεθνή Αμνηστία, την Greenpeace και τις άλλες εθελοντικές μη κυβερνητικές οργανώσεις της εποχής μας. Οργανώσεις που εφαρμόζουν έμπρακτα το «σεβασμό στη ζωή» – το Πιστεύω του δόκτορα Albert Schweitzer.

Μπορεί στην ηθική θεωρία να μην έχουμε προχωρήσει σημαντικά από τα χρόνια του Σωκράτη, του Βούδα ή του Χριστού – στην ηθική πράξη όμως έχουν αλλάξει πολλά. Kι αυτό, μετά από αιώνες ακινησίας, άρχισε πριν εκατό χρόνια και κορυφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες.

Ο Σωκράτης ζούσε σε έναν κόσμο γεμάτο δούλους – πουθενά δε φάνηκε αυτό να τον ενοχλεί. Ο Βούδας μίλησε για την συμπόνια και ο Χριστός για την αγάπη – όμως αν εξαιρέσει κανείς μερικούς μοναχικούς (και μερικούς μοναχούς), οι περισσότεροι άνθρωποι συνέχισαν να είναι εξίσου απάνθρωποι όπως και πριν. Ίσως μάλιστα το σύνολο της βαρβαρότητας να αυξήθηκε με τον πολλαπλασιασμό των μέσων εξολόθρευσης και βασανισμού.

Χρειάστηκε να περάσουν δεκαεννέα αιώνες μετά τον Χριστό για να ελευθερωθούν οι δούλοι στις Ηνωμένες Πολιτείες – μόλις πριν 130 χρόνια! Αρκετά πρόσφατα ακόμα, η είδηση ενός πολέμου, λιμού, επιδημίας ή άλλης καταστροφής σε ξένο τόπο αναγραφόταν στα ψιλά των εφημερίδων – και, πριν από τον εικοστό αιώνα, δεν καταγράφεται καμιά περίπτωση βοήθειας – όχι σε μακρινά κράτη, ούτε καν στη διπλανή χώρα!

Σήμερα όμως υπάρχουν πολλές μη κυβερνητικές οργανώσεις που προσφέρουν αρωγή και περίθαλψη, υπερασπίζονται τα δικαιώματα των μειονοτήτων, συμπαρίστανται στους πολιτικούς κρατούμενους, κι αντιμάχονται την καταστροφή του περιβάλλοντος. Βρίσκονται στα πιο απρόσιτα σημεία της γης, βοηθάνε με κίνδυνο της ζωής των μελών τους, σπεύδουν με απίθανη ταχύτητα – πριν ακόμα ο υπόλοιπος κόσμος μάθει για το κακό, αυτοί είναι ήδη εκεί.

Οι «Γιατροί χωρίς Σύνορα» είναι σήμερα η μεγαλύτερη, πιο δραστήρια και αποτελεσματική ιδιωτική οργάνωση ανθρωπιστικής βοήθειας. Στον ιδρυτή της – και μετέπειτα υπουργό και συνεργάτη του προέδρου Mitterand – Bernard Couchner οφείλεται και η αναγνώριση και θεσμοποίηση του δικαιώματος παρέμβασης (droit d’ ingerence) για ανθρωπιστικούς σκοπούς. Η οργάνωση αυτή, μαζί με πολλές άλλες που παρέχουν ανάλογο έργο, αποτελεί τη συνέχεια και ίσως την κορύφωση ενός εναλλακτικού τρόπου σκέψης και δράσης που ξεκίνησε με τον Henri Dunant και τον Albert Schweitzer. Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις της εποχής μας εφαρμόζουν στην πράξη πολλές ηθικές αρχές που, ως τότε, έθαλλαν μόνο στα βιβλία. Το «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν» δεν σημαίνει τίποτα αν δεν μπορείς να του απαλύνεις τον πόνο.

Μια βασική διαφορά από παλιότερες φιλανθρωπικές ή ιεραποστολικές πρωτοβουλίες είναι πως η βοήθεια δεν χορηγείται ούτε σαν ελεημοσύνη, ούτε σαν τρόπος προσηλυτισμού. Τα κίνητρα που την ωθούν δεν εδράζονται τόσο στο συναίσθημα – όχι πως δεν παίζει ρόλο και αυτό – όσο στον ορθό λόγο.

Η δράση των ανθρωπιστικών οργανώσεων στηρίζεται στις αρχές των ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως διατυπώθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Γαλλία τον δέκατο όγδοο αιώνα και – πιο πίσω – στην νομική συλλογιστική του Hugo Grotius. Μια στέρεα ορθολογιστική βάση. Και – εδώ είναι η άλλη διαφορά – αυτές τις θεωρητικές αρχές τις μεταφράζουν σε συστηματική πρακτική. Δεν ενεργούν με τον συγκινητικά ερασιτεχνικό τρόπο ενός Schweitzer.

Γιατί όμως η ανθρωπιστική βοήθεια δεν πρέπει να είναι φιλανθρωπία; Διότι η φιλανθρωπία, ο οίκτος, η ελεημοσύνη, υποβιβάζουν τον παραλήπτη της βοήθειας, τον κάνουν απλό αντικείμενο, αφορμή για επίδειξη της γενναιοδωρίας μας (για να μην πούμε της ανωτερότητάς μας). Έπειτα, το συναίσθημα δεν είναι πολύ σταθερό κίνητρο. Την μία στιγμή παρασυρόμαστε από ένα μελοδραματικό ρεπορτάζ για τα παιδάκια της Σομαλίας – και θέλουμε να κάνουμε τα πάντα γι’ αυτά – και την επόμενη ώρα τα έχουμε ξεχάσει.

Όχι λοιπόν μελοδραματισμοί, όχι Δονκιχωτισμοί, ούτε φιλανθρωπίες. Η σωστή ανθρωπιστική βοήθεια είναι απόδοση δικαιωμάτων στους κατόχους τους. Δεν γίνεται από οίκτο ή καλοσύνη, ούτε για να εξασφαλίσουμε μια καλή θέση στον παράδεισο. Γίνεται επειδή είναι υποχρέωση όλων μας να αποκαταστήσουμε την ελλείπουσα δικαιοσύνη. Μαζί με την τροφή ή την περίθαλψη, ξαναδίνει στους παραλήπτες και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια – πράγμα που δεν θα έκανε η ελεημοσύνη.

Πολλές φορές ακούω να μιλάνε για τον κατάρρευση των ιδεολογιών, για την παρακμή των δογμάτων, για την ανυπαρξία αξιών. Ωστόσο πιστεύω πως η εποχή μας διαθέτει ένα ιδανικό που αρκεί για να αναπληρώσει όλα τα άλλα. Πρόκειται για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στην ευρύτερη μορφή τους περιλαμβάνουν τα πάντα: από τις αρχές του Χριστιανισμού και του Βουδισμού μέχρι τις θέσεις της Γαλλικής Επανάστασης και του νέου Μarx – των «Χειρογράφων» του 1844. Γιατί αν στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα προσθέσουμε και τα κοινωνικά, πολιτιστικά και οικονομικά (όπως θεμελιώθηκαν στην διακηρύξεις του 1976) έχουμε ενσωματωμένες όλες τις απαιτήσεις του ατόμου για μια «ανθρώπινη» ζωή. Οι συμφωνίες του Ελσίνκι (και το πλαίσιο της ΔΑΣΕ) έδωσαν στα δικαιώματα αυτά την διεθνή διάσταση, καταργώντας τα κρατικά στεγανά, και θεσπίζοντας τον κανόνα ότι πλέον μας αφορά κάθε παραβίαση δικαιώματος, οπουδήποτε και αν συμβαίνει. Απόδοση δικαιώματος είναι λοιπόν και η ανθρωπιστική δράση. Ωστόσο, αρκετές φορές η βικτοριανή υποκρισία της φιλανθρωπίας παραμένει ενεργός. Είναι οι περιπτώσεις που επισημαίνει στον πρόλογο του τόμου «Life Death and Aid» ο πρόεδρος των Γιατρών χωρίς Σύνορα, Jacques de Milliano. Όταν π.χ. η βοήθεια λειτουργεί σαν άλλοθι ή ακόμα χειρότερα (όπως στην Βοσνία) σαν μέικ-απ, για να σκεπάσει την πραγματικότητα.

Το βιβλίο στο οποίο αναφέρομαι είναι η ετήσια έκθεση των Γιατρών χωρίς Σύνορα για τις παρεμβάσεις στις παγκόσμιες κρίσεις. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς τις διαφορές στους τίτλους των τοπικών εκδόσεων: Ο Αγγλικός τίτλος είναι «Life, Death and Aid» (Ζωή, Θάνατος και Βοήθεια), του Γαλλικού πρωτοτύπου είναι: «Face aux Crises» (Αντιμετωπίζοντας τις Κρίσεις) ενώ ο μακρύς τίτλος και υπότιτλος της Γερμανικής έκδοσης είναι ο πιο επεξηγηματικός: «Helfer in Kreuzfeuer, Humanitäre Arbeit und Militärische Intervention. Ein Report über Völker in Not.» Μεταφράζω: «Βοηθοί σε Διασταυρούμενα Πυρά. Ανθρωπιστική Εργασία και Στρατιωτική παρέμβαση. Μια έκθεση για λαούς που κινδυνεύουν.» Κυκλοφορεί ταυτόχρονα και στην Ισπανική και Ολλανδική γλώσσα. Το βιβλίο είναι έργο συλλογικό με συντονιστή τον Franηois Jean – και παρ΄όλο που αυτοαποκαλείται έκθεση είναι κάτι πολύ περισσότερο. Όχι απλή καταγραφή γεγονότων, αλλά ανάλυση προβλημάτων και πρόταση λύσεων.

Αυτό που εκτιμώ ιδιαίτερα στους «Γιατρούς χωρίς Σύνορα» είναι ότι, αντίθετα με άλλες ανθρωπιστικές οργανώσεις, συνδυάζουν την δράση με τον σοβαρό προβληματισμό. Δεν διστάζουν να αναλύσουν κριτικά όλα τα δεδομένα, να αξιολογούν την δράση και τα αποτελέσματά της επισημαίνοντας τα σφάλματα όλων των παραγόντων – ακόμα και του ΟΗΕ με τον οποίο στενά συνεργάζονται. Το δικαίωμα αυτό το διεκδικούν διότι δεν παραλείπουν να ασκούν αυστηρή αυτοκριτική στην ίδια την δουλειά τους και να αναπροσαρμόζουν διαρκώς τις μεθόδους τους.

Στο χώρο της ανθρωπιστικής βοήθειας είχαμε μέχρι τώρα διάφορες κατηγορίες ατόμων: Πρώτη και καλύτερη – αυτούς που μιλούσαν πολύ, σκέφτονταν λίγο και δεν έπρατταν τίποτα. Στην κατηγορία αυτή ανήκει η συντριπτική πλειονότης των πολιτικών κάθε χώρας. Είχαμε μετά τους γραφειοκράτες – που έχαναν την δυνατότητα να βοηθήσουν πνιγμένοι μέσα σε δαιδάλους από διατυπώσεις. Εκεί συναντά κανείς αρκετές κρατικές και διακρατικές οργανώσεις. Έπειτα ήσαν οι «Καλοί Σαμαρείτες»: μη κυβερνητικές οργανώσεις που με πολύ ζήλο έσπευδαν να βοηθήσουν. Αυτές ήταν – και είναι – η βάση του διεθνούς κινήματος αρωγής. Παρ΄όλο το τεράστιο έργο τους, δεν απέφυγαν πάντα τα λάθη. Μερικές φορές, στον υπερβάλλοντα ζήλο τους έπρατταν πριν να μελετήσουν, να ερευνήσουν, να αναλογιστούν. Με αποτέλεσμα η βοήθεια να πηγαίνει χαμένη.

Το σημαντικό που εισφέρουν οι «Γιατροί χωρίς Σύνορα» είναι – πέρα από την βοήθεια – η σωστή και αμερόληπτη ανάλυση των προβλημάτων και των παγίδων που καιροφυλακτούν. Καρπός αυτού του προβληματισμού είναι το βιβλίο στο οποίο αναφέρομαι. Διαβάζοντάς το καταλαβαίνει κανείς πόσο πολύπλοκο και λεπτό είναι το θέμα της ανθρωπιστικής βοήθειας στον σημερινό κόσμο.

Δεν αρκεί πιά – αλίμονο – να εκστρατεύει κανείς σαν Δον Κιχώτης, για να πολεμήσει την δυστυχία, τον πόνο την ασθένεια. Τα δεινά που πλήττουν τις περισσότερες χώρες στον κόσμο είναι ανθρώπινης προέλευσης. Αν δεν θεραπεύσεις τα αίτια, αλλά κυνηγάς μόνον τα συμπτώματα, ματαιοπονείς. Μερικές φορές μάλιστα κάνεις περισσότερο κακό παρά καλό.

Το θέμα δεν είναι καινούργιο. Ήδη το 1986 ο γνωστός Γάλλος φιλόσοφος Andre Glucksmann στο βιβλίο που είχε γράψει με τον Thierry Wolton και που είχε τον εύγλωττο τίτλο «Silence on Tue» (Σιωπή – σκοτώνουν) είχε περιγράψει το πρόβλημα: «…έρχεται κάποια στιγμή που η πράξη βοήθειας αλλάζει νόημα και στρέφεται τραγικά κατά του εαυτού της. Τη στιγμή εκείνη ο άνθρωπος που βοηθά αναρωτιέται πως και ποιόν βοήθησε – τα στελέχη ή την βάση, την κυβέρνηση ή τον λαό, τα θύματα ή τους πιθανούς θύτες; Μερικές φορές αποφασίζει να διατυμπανίσει την αγωνία του και σημαίνει συναγερμό. Μετά από είκοσι μήνες πιστής υπηρεσίας και υπέροχης αφοσίωσης στην Αιθιοπία η γαλλική ιατρική οργάνωση Γιατροί χωρίς Σύνορα δηλώνει δημόσια: «Η βοήθεια σκοτώνει». Διατύπωση σαρωτική, σλόγκαν απλουστευτικό. Αλλά πρόβλημα βάθους.»

Στο ίδιο βιβλίο, που αφορούσε το πρόβλημα της Αιθιοπίας, ο Glucksmann σκιτσάρει το πορτραίτο του σημερινού Σαμαρείτη: «ο γιατρός δεν μπορεί να φτάσει στους ασθενείς του παρά μόνον αν γίνει διπλωμάτης, επιτήδειος πολιτικός, επιδέξιος οργανωτής, απολογητικός, κατανοητής, ενδοτικός σε περιπτώσεις, σκληρός όπου πρέπει.» Σε όλες αυτές τις ιδιότητες ίσως τώρα πρέπει να προσθέσουμε και αυτήν του στρατιωτικού – όσο κι αν ουσιαστικά αντιφάσκει με αυτήν του γιατρού.

Το πρόβλημα της συνάρτησης ανθρωπιστικής βοήθειας με στρατιωτική δύναμη είναι ίσως το πιο λεπτό και καίριο στο χώρο της διεθνούς αρωγής. Έχει βέβαια αναγνωριστεί το δικαίωμα παρέμβασης στα όργανα της διεθνούς κοινότητας – αλλά η άσκησή του παραμένει πάντα προβληματική. Ο σημερινός πρόεδρος των Γιατρών χωρίς Σύνορα, Rony Braumann σε συζήτηση με τον Pierre Joxe καταλήγει στο συμπέρασμα ότι: «η προστασία αυτή έθεσε περισσότερα προβλήματα από όσα έλυσε. Σίγουρα, εδώ κι εκεί, επέτρεψε να δρομολογήσει πολύ επείγουσα βοήθεια και μάλιστα με εντυπωσιακό τρόπο. Αλλά ταυτόχρονα έκανε πολύ δύσκολο το καθημερινό έργο των ανθρωπιστικών οργανώσεων, που ο ρόλος τους είναι να μετακινούνται και να συζητάνε ελεύθερα με όλα τα αντιμαχόμενα μέρη [ ] Από την στιγμή που οι ανθρωπιστικές αποστολές προχωρούν πίσω από τεθωρακισμένα και κάτω από την προστασία ελικοπτέρων, το τελικό αποτέλεσμα είναι καταστρεπτικό για την δραστηριότητά τους». «Η ανθρωπιστική βοήθεια δεν μπορεί την ίδια στιγμή να σώζει τη ζωή πράγμα που είναι η αποστολή της – και ταυτόχρονα να τσαλαβουτάει στο αίμα. Η ανθρωπιστική βοήθεια πρέπει να είναι ειρηνική και να μπορεί να επιβιώσει χωρίς τον στρατό. Άλλωστε έτσι ήταν πάντα – κι υπάρχουν ακόμα πολλά κέντρα κρίσης όπου δρούμε χωρίς καμιά προστασία: ο Καύκασος, το Αφγανιστάν, το Τατζικιστάν και άλλα. Ας αφήσουν τις ανθρωπιστικές οργανώσεις, ιδιωτικές ή διεθνείς να εκπληρώσουν την αποστολή τους και ας περιορίσουν την ενδεχόμενη χρήση βίας σε αποστολές οριοθετημένες με σαφείς πολιτικούς όρους.»

Αλλά ο Braumann αναφέρεται εδώ «σε παρεμβάσεις σχετικά επιθετικές, όχι σε μασκαράτες όπως στην Βοσνία, όπου απλώς πέρα από την βοήθεια, αρκούνται (οι παρεμβαίνοντες) να παρακολουθούν την εθνική κάθαρση»: Όπως πολύ σωστά επισημαίνεται και στο βιβλίο, η απλή ανθρωπιστική βοήθεια στην Βοσνία, χωρίς στρατιωτική παρέμβαση, αντί να αναχαιτίσει, βοήθησε τις επιχειρήσεις «εθνικών εκκαθαρίσεων». Αντίθετα όμως, το φιάσκο της Σομαλίας, όπου έφθασαν κυανόκρανοι να χτυπήσουν νοσοκομείο, σκοτώνοντας αρρώστους, δείχνει πως το όπλο της στρατιωτικής επέμβασης στα εσωτερικά μιας χώρας, χωρίς ξεκαθαρισμένους πολιτικούς στόχους, μπορεί να είναι δίκοπο μαχαίρι.

Ωστόσο ακόμα και οι πλέον ειρηνιστικές ανθρωπιστικές οργανώσεις, δεν απορρίπτουν την στρατιωτική παρέμβαση – απλώς θέτουν αυστηρές προϋποθέσεις και δεν την θέλουν να ταυτίζεται με την δική τους παρουσία. Είναι παράδοξη η άποψη ότι η βία μπορεί να αποτελεί – όσο κι αν φαίνεται παράδοξο – προϋπόθεση για ανθρωπιστικές ενέργειες. Αν στην Βοσνία είχε από την αρχή αποτραπεί η επίθεση των Σέρβων, δεν θα είχαμε τώρα διακόσιες χιλιάδες νεκρούς και δυόμισι εκατομμύρια πρόσφυγες – όπως αναφέρει ο Milliano. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορούσε να γίνει με παραινέσεις και ευχολόγια. Είδαμε και στο δικό μας πετσί πόσο αδύναμες ήταν οι αποφάσεις του ΟΗΕ σε μια παρόμοια περίπτωση: την εισβολή και προέλαση των Τούρκων στην Κύπρο.

Η ανθρωπιστική βοήθεια έχει μεταβληθεί σε ένα περίεργο σύνδρομο, που συμπλέκει αταίριαστα ζεύγη εννοιών: ειρήνη και πόλεμο, παρέμβαση και σεβασμό δικαιωμάτων, θεραπεία δεινών με (ομοιοπαθητική) πρόκληση άλλων, μικρότερων (ενίοτε). Οι ειρηνιστές του ιεραποστολικού τύπου θα ήταν χαμένοι και ανίσχυροι σε μια κόλαση σαν το Σουδάν. Τι νόημα έχει να σκορπάς ωραία λόγια, και να χορηγείς ασπιρίνες εναντίον του καρκίνου; Ακόμα και ο Χριστός άδραξε κάποτε το φραγγέλιο!

Έτσι φτάσαμε σε μια αντιστροφή. Κάποτε, γράφει πάλι ο Jacques de Milliano, «στην εποχή του Henri Dunant ιδρυτή του Ερυθρού Σταυρού, οι εθελοντές γιατροί ακολουθούσαν τους στρατούς στα πεδία μάχης για να φροντίζουν τα θύματα. Τώρα είναι οι στρατοί που ΄συνοδεύουν΄ τις ανθρωπιστικές οργανώσεις στην γραμμή του μετώπου.»

Ωστόσο φαίνεται πως η νέα μορφή των συρράξεων και των διενέξεων κάνει απαραίτητο κάποιο είδος προστασίας. Έχουμε φύγει πιά από τα κλασικά απελευθερωτικά κινήματα των δεκαετιών του 60 και 70 – που είχαν ισχυρά ιδεολογικά πρότυπα και διεθνείς εξαρτήσεις (συνήθως απ΄ την τότε ΕΣΣΔ). Τώρα οι διενέξεις είναι περισσότερο εθνικιστικές ή φυλετικές/θρησκευτικές – έχουν δηλαδή ένα ισχυρό υπόβαθρο ρατσισμού που βλέπει τον αντίπαλο όχι σαν άνθρωπο προς απελευθέρωση ή σαν θύμα – αλλά σαν υποδεέστερο ον, που δεν του αξίζει σεβασμός. Πολλοί από αυτούς τους τοπικούς πολέμους έχουν εκφυλιστεί σε διαμάχες οπλαρχηγών ή και συμμοριών. Οι αντιμαχόμενοι δεν έχουν κανένα σεβασμό για τους φορείς της ανθρωπιστικής βοήθειας – το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι πως θα υπεξαιρέσουν τα αγαθά. Με αυτούς τους όρους κάποια προστασία είναι απαραίτητη. Πρέπει όμως να είναι μια ξένη εισβολή; Το δοκίμιο του Jean Christophe Rufin δίνει ενδιαφέρουσες απαντήσεις.

Που τελειώνει ο σεβασμός των συνόρων και της εθνικής κυριαρχίας; Η κυβέρνηση του Σουδάν έχει παραβιάσει όλα τα δικαιώματα που μπορεί κανείς να φανταστεί: γενοκτονία, οργανωμένος λιμός, βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών, αθρόες δολοφονίες και βασανισμοί. Όλα αυτά μέσα στα κυρίαρχα σύνορά της. Δικαιούται η διεθνής κοινότης να επέμβει στρατιωτικά – αφού έχει πια εξαντλήσει κάθε άλλο μέσο πίεσης; Ένα θέμα που αφορά περισσότερο τους διεθνολόγους και τους ειδικούς στο διεθνές δίκαιο – αλλά που στο βάθος παραμένει πάντα ηθικό. Μπορώ να παραβιάσω το άσυλο (βασικό ανθρώπινο δικαίωμα) του γείτονα – για να τον εμποδίσω να σκοτώσει την γυναίκα (ή και τον σκύλο του); Αυτή η συνεχής επίκληση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που δικαιολογεί πολλές ύποπτες επιχειρήσεις, μήπως αρχίζει να υπονομεύει και την ίδια – τόσο πολύτιμη – αυτή αξία; Το θέμα αναλύεται στο βιβλίο από τον Guy Hermet που καταλήγει στο ειρωνικά αισιόδοξο συμπέρασμα ότι, μερικές φορές, ακόμα και πράξεις που γίνονται με νόθα κίνητρα, μπορεί τελικά να έχουν θετικό αποτέλεσμα.

Εύλογο είναι αυτή η νέα εικόνα της στρατιωτικό-ανθρωπιστικής βοήθειας να γεννά την δυσπιστία. Πόσο πραγματικά ανθρωπιστική ήταν η αποστολή στην Σομαλία; Που και πόσο κρύβεται, κάτω από τον μανδύα του ανθρωπισμού, μια άλλου είδους ιμπεριαλιστική πολιτική; Τι ρόλο παίζουν τα γεωπολιτικά συμφέροντα; Γιατί το Κουβέιτ και όχι η Κύπρος; Ποιος επιλέγει; Ο ΟΗΕ; Οι Μεγάλες Δυνάμεις; Οι πολυεθνικές; ΄Η ο νέος πανίσχυρος παράγοντας, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας;

Στο τελευταίο κείμενο του βιβλίου με τίτλο «όπου η δυστυχία γίνεται σήριαλ» (παραφράζω: when suffering makes a good story ) o Ronny Brauman ανιχνεύει τον καταλυτικό ρόλο που παίζουν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας στις επιλογές των πολιτικών. Τα ΜΜΕ ξεσηκώνουν την Κοινή Γνώμη, αυτή πιέζει τις πολιτικές ηγεσίες και οι τελικές αποφάσεις εξαρτώνται από την δεξιοτεχνία ενός κάμεραμαν – ή από την σκηνοθετική ικανότητα ενός ρεπόρτερ.

Γιατί άραγε, ρωτάει ο Brauman, τον Δεκέμβριο του 1988 ο σεισμός στην Αρμενία κινητοποίησε ολόκληρη την υφήλιο, ενώ τον ίδιο χρόνο 250.000 άτομα πέθαναν από την πείνα στο Σουδάν, χωρίς να το μάθει κανείς; Και δίνει μερικές (σαρκαστικής υφής) οδηγίες «πως να οργανώσετε ένα διεθνές γεγονός».

Σίγουρα υπήρξαν και σκηνοθετημένα media-events. Παλιότερα τα παιδάκια της Biafra (φωτογραφημένα αλλού ή σε στούντιο, από ένα μεγάλο διεθνές γραφείο Δημοσίων Σχέσεων). Πιο πρόσφατα ήταν οι σφαγές της Timisoara, ή τα νεκρά βρέφη στο Kuweit. Αλλά δεν χρειάζεται η συνειδητή και σκόπιμη απάτη – που δεν είναι και τόσο συχνή – για να μας προβληματίσει. Και μόνη η γνωστή, δεδομένη τάση των Μέσων να ζωγραφίζουν σε άσπρο και μαύρο, χωρίς ενδιάμεσους τόνους, να ξεχωρίζουν αυθαίρετα Καλούς και Κακούς, να δημιουργούν «ήρωες» και «θύματα» – γιατί αυτά ζητάει το κοινό τους – είναι αρκετή για να διαστρέψει και να παραμορφώσει την πραγματικότητα.

Ωστόσο ας μην βλέπουμε μόνο την αρνητική πλευρά των Μέσων. Χωρίς αυτά δεν θα υπήρχε η ανθρωπιστική βοήθεια – έτσι όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Μερικές φορές μάλιστα, αυτά έδιναν το έναυσμα – από τους Βιετναμέζους boat people ως την μικρή Ιrma του Σαράγεβο. Στο βιβλίο που αναφέραμε παραπάνω ο Glucksmann γράφει: «Ροή πληροφοριών και ροή βοήθειας είναι ευθέως ανάλογες. Όποιος σταματάει την πρώτη στερεύει την δεύτερη. »

Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις έχουν μια αμφιθυμική σχέση με τα ΜΜΕ. Βασίστηκαν πολύ συχνά στις υπηρεσίες τους, γνωρίζοντας πόσο επικίνδυνες μπορεί να αποβούν. Πάντως, σε γενικές γραμμές, τα ΜΜΕ υπήρξαν περισσότερο ωφέλιμα παρά βλαβερά. Δημιούργησαν μια νέα πραγματικότητα παγκόσμιας συνείδησης και, αν θέλετε, βοήθησαν στην οικοδόμηση ενός νέου ήθους. Το «Παγκόσμιο Χωριό» του Marshall MacLuhan, έχει αποκτήσει μια δική του ταυτότητα, όπου ο «πλησίον» δεν είναι μόνο ο γείτονας, ο συγγενής, ο φίλος (όπως ήταν για χιλιετίες) αλλά και ο Σομαλός, ο Τατζίκος, ο Λιβεριανός.

Όπως σωστά παρατηρεί ο Braumann τα Μέσα έχουν τροποποιήσει και τα είδωλα. Ο ήρωας της εποχής μας δεν είναι πιά ο επαναστάτης Che Guevara, αλλά ο γιατρός Bernard Kouchner. Αν συχνά αυτό το νέο ήθος έπεσε θύμα του ενδημούντος λαϊκισμού τών Μέσων – αυτό δεν είναι παρά η άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος. Το κύριο πρόβλημα με τα Μέσα, είναι πως θα γίνει να εκπέμπουν όσο το δυνατόν περισσότερη πληροφόρηση με λιγότερη προπαγάνδα και λιγότερη εντυπωσιοθηρία sensationalism).

Tο θέμα είναι απέραντο και όσο περισσότερο εμβαθύνει κανείς τόσο πληθαίνουν οι ενδοιασμοί και τα προβλήματα. Προβλήματα πολιτικά, οικονομικά, στρατιωτικά – αλλά σε τελευταία ανάλυση ηθικά. Που χρειάζονται όλη την προσοχή μας – αλλά δεν πρέπει ποτέ να μας αποτρέπουν από την δράση. Κάθε λεπτό είναι πολύτιμο. Υπάρχουν αυτή τη στιγμή ολόκληροι λαοί που αφανίζονται.

Θα ήθελα να τελειώσουμε με την ηθική διάσταση του προβλήματος. Θα θυμίσω ένα απόσπασμα του Άγγλου ποιητή και ιερωμένου John Donne (1572 – 1631). Tις τελευταίες δύο φράσεις του τις ξέρουμε όλοι. Ωστόσο νομίζω πως οι πρώτες είναι πιο σημαντικές: No man is an island, entire of itself; every man is a piece of the continent, a part of the main; if a clod be washed away by the sea, Europe is the less, as well as if a promontory were, as well as if a manor of thy friends or of thine own were; any man’s death diminishes me, because I am involved in mankind; and therefore never send to know for whom the bell tolls; it tolls for thee. Μεταφράζω πρόχειρα: «Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί, πλήρες και αύταρκες. Κάθε άνθρωπος είναι ένα τμήμα της ηπείρου, ένα κομμάτι της στεριάς. Αν ένας σβώλος χώμα παρασυρθεί από την θάλασσα, η Ευρώπη μικραίνει, σαν να είχε καταβυθιστεί ένα ακρωτήρι, σαν να χανόταν το αρχοντικό των φίλων σου ή το δικό σου. Ο θάνατος κάθε ανθρώπου με ελαττώνει, γιατί ανήκω στην ανθρωπότητα. Και γι αυτό μην στέλνεις να ρωτήσεις για ποιόν χτυπάει η καμπάνα – χτυπάει για σένα.»

Την προτελευταία φράση την έκανε διάσημη ο Hemingway, επιγράφοντας με αυτή το μυθιστόρημά του για τον εμφύλιο της Ισπανίας. Ένα πόλεμο που έγινε πριν να υπάρξουν οι «Γιατροί χωρίς Σύνορα» – που όμως καθιέρωσε μια νέα αντίληψη για την διεθνή συμπαράσταση. Δεν έσπευσαν εκεί μόνο κόμματα και οργανώσεις αλλά και ανεξάρτητα και αδέσμευτα άτομα όπως ο Malraux, ο Koestler, ο Orwell, ο Hemingway και εκατοντάδες άλλοι διανοούμενοι και δημιουργοί από όλο τον κόσμο. Όλοι αυτοί πίστεψαν στην ηθική αρχή ότι «κανένας δεν είναι νησί».

Αυτή είναι η ηθική αρχή που βρίσκεται στην βάση κάθε ανθρωπιστικής ενέργειας. Ο βασανισμός, ο θάνατος, η ταπείνωση η εξαθλίωση κάθε ανθρώπου με αφορά, γιατί ανήκω στην ανθρωπότητα. Είναι η Χριστιανική μορφή της αγάπης στην πιο αγνή της μορφή – χωρίς την υστεροβουλία του ιεραπόστολου, που έδινε για να προσηλυτίσει. Είναι η κατηγορική προσταγή του Kant – πράττε έτσι ώστε η πράξη σου να μπορεί να γίνει νόμος για όλους. Τελικά δεν γλιτώνουμε από την ανθρωπότητα. Αυτή είναι η μοίρα και η ελπίδα μας. Στην κοσμική μοναξιά μας, δεν έχουμε άλλη διέξοδο από το να σταθούμε όσο γίνεται πιο κοντά ο ένας στον άλλο. Κι αν αυτή η επαφή καμιά φορά πληγώνει – όπως με τους σκαντζόχοιρους του Schopenhauer – η ζεστασιά της αποζημιώνει.

Πηγή: Νίκος Δήμου

Advertisements

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s